ΤΑ ΠΟΤΑ

 

 

 

 

 


Τα Ποτά Και Η Ιστορία Τους

 

 

Λικέρ

Ο όρος λικέρ καλύπτει μία πολύ μεγάλη ποικιλία ποτών. Τα λικέρ είναι όλα γλυκά, με έντονο άρωμα και γεύση και δεν μπορούμε να μιλήσουμε για κάποια συγκεκριμένη χώρα προέλευσης, μια και κάθε χώρα έχει τα δικά της λικέρ. Στις περισσότερες περιπτώσεις χρησιμοποιήθηκαν στην αρχή σαν φάρμακα και ακόμη και σήμερα τα λικέρ θεωρούνται χωνευτικά, γι' αυτό και πίνονται μετά το γεύμα συνήθως. Δεν πρέπει να μπερδέψουμε τον όρο λικέρ, που χρησιμοποιείται πολλές φορές σε συνδυασμό με άλλα ποτά για να υποδηλώσει την πολύ καλή τους ποιότητα. Το λικέρ ουίσκι για παράδειγμα, ή το λικέρ μπράντι ουδεμία σχέση έχουν με λικέρ. Ας δούμε λοιπόν τα πιο γνωστά, στη χώρα μας, λικέρ και από πού προέρχονται.

Αμαρέτο

Το περίφημο Ιταλικό λικέρ φτιάχνεται από βερίκοκα και αμύγδαλα και είναι συνδεδεμένο με μια πολύ ρομαντική ποριά. Γύρω στα Ι525 ο ζωγράφος Λουίνι χρησιμοποίησε σαν μοντέλο για έναν πίνακα τον μία πανέμορφη χήρα. Εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ από το πορτραίτο, ώστε έφτιαξε αυτό το λικέρ – μια και η ποτοποιία ήταν το χόμπι του –προς τιμή της.

Μπέιλις

Από τα πιο γνωστά λικέρ και αυτό έχει σαν βάση του το Ιρλανδέζικο ουίσκι, ανακατεμένο με κρέμα, σοκολάτα και καφέ. Είναι πολύ δημοφιλές, ιδιαίτερα στη Βρετανία.

Βενεδικτίνη

Ίσως είναι το πιο γνωστό και διαδεδομένο σε όλο τον κόσμο λικέρ. Με τη βοήθεια της Πολιτείας, παραγόταν στο ονομαστό μοναστήρι των Βενεδικτίνων στο Φεκάμπ της Νορμανδίας από το 1510.

Σαρτρέξ

Είναι το δεύτερο μετά τη Βενεδικτίνη γνωστότερο Γαλλικό λικέρ. Κι αυτό το έφτιαξαν πρώτοι οι καλόγεροι του καρθουσιανού μοναστηριού κοντά στην Γκρενόμπλ, μια περιοχή πλούσια σε άγρια αρωματικά χόρτα, το 17ο αιώνα. Το πράσινο Σαρτρέζ, που είναι και το πιο ακριβό είναι πολύ δυνατό. Το κίτρινο είναι πιο ελαφρύ και πιο γλυκό.

Κουαντρό

Φτιάχνεται και αυτό από πορτοκάλια κουρασάο και είναι ένα εκλεκτό είδος λικέρ. Τόσο που το όνομα κουαντρό είναι πιο γνωστό από το ίδιο το ποτό.

Κουρασάο

Στα Πορτογαλέζικα κουρασάο σημαίνει καρδιά. Και αυτό είναι το όνομα ενός μικρού νησιού της Καραϊβικής παλιά ολλανδική αποικία στο οποίο ευδοκιμεί μια ποικιλία πικρών πορτοκαλιών που λέγονται και αυτά κουρασάο και από τα οποία φτιάχνεται το ποτό. Συνήθως είναι άσπρο, αλλά υπάρχει και ένα είδος μπλε Κουρασάο.

Ντραμπουί

Είναι το γνωστό σε όλο τον κόσμο σκοτσέζικο λικέρ που έχει σαν βάση του εξαιρετικής ποιότητας ουίσκι, αρωματισμένο με μέλι από ρείκια και αρωματικά βότανα. Ο τρόπος παρασκευής υποτίθεται ότι είναι μυστικός και σύμφωνα με το θρύλο τον εμπιστεύτηκε στην οικογένεια Μακίνον κάποιος πρίγκιπας Κάρολος, όταν του έσωσαν τη ζωή. Το όνομα Ντραμπουί λέγεται ότι είναι σύντμηση της φράσης «το ποτό που ευχαριστεί» σε μια τοπική σκοτσέζικη διάλεχτο.

Γχραν Μαρνιέ

Από τα πιο νέα, σχετικά, ποτά, το γνωστό Γαλλικό λικέρ έχει ηλικία μόλις ενός αιώνα. Αρωματίζεται και αυτό με κουρασάο, αλλά η βάση του είναι το κονιάκ.

Καλούα

Παραδοσιακό Μεξικάνικο λικέρ που μόλις τα τελευταία σαράντα χρόνια περίπου έγινε γνωστό στην Αμερική και την Ευρώπη. Έχει έντονη γεύση καφέ και χρησιμοποιείται συνήθως στα κοκτέιλ.

Μαρασκίνο

Λικέρ που παρασκευάζεται από μια ποικιλία κερασιών, τα μαράσκα, τα οποία ευδοκιμούν σε μια περιοχή της Γιουγκοσλαβίας. Θεωρείται όμως ιταλικό ποτό.

Πίτερ Χέρινγκς  

Πριν από 150 χρόνια οι Δανοί γνώρισαν στους Άγγλους και αυτοί με τη σειρά τους σε ολόκληρο τον κόσμο το πιο γνωστό σήμερα λικέρ με κεράσι.

Παρφέ αμούρ

Περιοχή καταγωγής του η Δυτική Γαλλία. Είναι ένα από τα πιο παλιά λικέρ, αρωματισμένο με αμύγδαλα και πολύ γλυκό, που αρχικά το θεωρούσαν εξαιρετικό χωνευτικό.

Τία Μαρία

Τζαμαϊκανής προέλευσης λικέρ, αρωματισμένο με καφέ, που αρέσει ιδιαίτερα στους Άγγλους.

Σάουθερν Κόμφορτ

Αμερικανικό λικέρ, αρωματισμένο με ροδάκινο. Παρ' όλο που πολλοί το μπερδεύουν, είναι καθαρό λικέρ και δεν έχει καμιά σχέση με το αμερικανικό ουίσκι.

Βότκα

Όταν οι Δυτικοευρωπαίοι και οι Αμερικανοί μιλάνε για βότκα, εννοούν φυσικά το γνωστό λευκό αλκοολούχο ποτό χωρίς άρωμα και χωρίς γεύση, ιδανική βάση για κοκτέιλ, μια και δεν επηρεάζει το άρωμα ή τη γεύση των άλλων ποτών και χυμών με τα οποία αναμειγνύεται, αλλά απλώς τους προσθέτει μια δυνατή «σπιρτάδα» και μία γερή δόση αλκοόλ. Αυτό όμως δεν είναι παρά ένα μόνο είδος του εθνικού ποτού της Βόρειας και Ανατολικής Ευρώπης. Στη Σοβιετική Ένωση, στην Πολωνία, αλλά ακόμη και στη Σουηδία και στη Φιλανδία υπάρχουν πολλά είδη βότκας με χρώμα, δυνατό άρωμα και έντονη γεύση. Αν βρεθείτε κάποτε σε μία από αυτές τις χώρες, αναζητήστε για παράδειγμα βότκα με γεύση… σοκολάτας ή με άρωμα από… πιπέρι. Τώρα πώς από όλα αυτά τα είδη οι Δυτικοευρωπαίοι και οι Αμερικανοί κυρίως αυτοί «ανακάλυψαν» στη δεκαετία του '50 τη λευκή βότκα, που σιγά – σιγά έγινε το… εθνικό τους ποτό, είναι μία ιστορία με πολύ – πολύ ενδιαφέρον για πότες και μη. Κατ' αρχήν, θα πρέπει να πάμε πίσω, στην τσαρική Ρωσία. Εκεί θα δρούμε την οικογένεια Σμιρνώφ, που γύρω στα 1912 θεωρούνταν η πιο πλούσια εμπορική οικογένεια στον κόσμο. Από ένα μόνο εργοστάσιο που βρισκόταν στα περίχωρα της Μόσχας, «έβγαιναν», κάθε μέρα, ένα εκατομμύριο μπουκάλια βότκα, αριθμός ιδιαίτερα εντυπωσιακός για την εποχή εκείνη. Τα ίχνη της οικογένειας Σμιρνώφ χάνονται στην Οκτωβριανή επανάσταση. Λέγεται ότι όλα τα μέλη της δολοφονήθηκαν, εκτός από το μικρό γιο που κατόρθωσε να διαφύγει στο Παρίσι και να ασχοληθεί εκεί με το εμπόριο. Δεν ήταν όμως αυτός που θα έκανε γνωστό το όνομα της οικογένειας του και το εθνικό ποτό της πατρίδας του σε όλον τον κόσμο. Το 1934 στο Κονέκτικατ των ΗΠΑ, ένας Ουκρανός, ανώτερο στέλεχος και στενός συνεργάτης των επιχειρήσεων Σμιρνώφ, εγκαινιάζει όπως έλεγε χαρακτηριστικά ο ίδιος τον αμερικανικό κλάδο των επιχειρήσεων Σμιρνώφ. Άλλο τσαρική Ρωσία όμως και άλλο Αμερική του '30… Έτσι, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του Ουκρανού πρόσφυγα, ο περίφημος αμερικανικός κλάδος κ.λπ., κ.λπ… δεν ευδοκίμησε. Οι μόνοι πελάτες του ήταν κάτι φτωχοί πάμφτωχοι Ρώσοι εμιγκρέδες. Και τι τζίρο μπορεί να χάνει ένας επιχειρηματίας με αυτούς; Το 1939 όμως, μπαίνει στην υπόθεση ο Αγγλικής καταγωγής Τζον Μάρτιν, στου οποίου το όνομα θα πρέπει να πίνουμε κανένα ποτηράκι βότκα πότε – πότε, γιατί αν δεν ήταν αυτός… Ο Μάρτιν λοιπόν ήταν υπάλληλος στην ποτοποιία Heublein που εκείνη τη χρονιά ήταν στο παρά πέντε για να φαλίρει. Γνώρισε τον Ουκρανό, γνώρισε και τη βότκα και πίστεψε ότι θα μπορούσε με τη σωστή διαφήμιση να κάνει γνωστό το ποτό σε όλη την Αμερική και να ανεβάσει στα ύψη την παραγωγή του εργοστασίου, μια και θα ήταν το μοναδικό που θα έφτιαχνε βότκα. Αγωνίστηκε να πείσει τους διευθυντές της εταιρείας, αλλά τελικά τα κατάφερε. Έτσι, στις αρχές του 1940. η Heublein και ο «Αμερικανικός κλάδος των επιχειρήσεων Smirnoffσυγχωνεύτηκαν. Δυστυχώς, όμως, παρά την προσπάθεια, οι πωλήσεις της βότκας παρέμεναν σε απελπιστικά χαμηλά επίπεδα. Οι διευθυντές του Τζον Μάρτιν πίστευαν ότι ο υπάλληλος από του οποίου τα λόγια και τα σχέδια είχαν ενθουσιαστεί, είχε κάνει ένα τραγικό λάθος και μοιραίο ήταν, μέχρι το τέλος του πολέμου, ο Τζον Μάρτιν να συμφωνήσει μαζί τούς… Η τύχη όμως δεν είχε ακόμη κλείσει μαζί του τους λογαριασμούς της. Μία μέρα του 1947. ο Μάρτιν μαζί με ένα φίλο του ιδιοκτήτη μπαρ «έπαιζαν» τους μπάρμαν. Έφτιαξαν λοιπόν ένα κοκτέιλ από βότκα, χυμό λεμονιού και τζίντζερ έιλ. Το ίδιο βράδυ όλοι οι πελάτες του μπαρ έπιναν ενθουσιασμένοι αυτό το κοκτέιλ. Και το επόμενο βράδυ όπως μόνο στην Καλιφόρνια μπορεί να συμβεί, σε όλα τα μπαρ του Λος Άντζελες ζητούσαν το καινούριο κοκτέιλ. Και πριν περάσει μία εβδομάδα, το κοκτέιλ και γενικά η βότκα, είχε γίνει το σήμα κατατεθέν του κόσμου της σόου μπίζνες. Το πιο «ίν» και «χάι» ποτό της Αμερικής. Ενώ η βότκα γινόταν για τους Αμερικανούς… «εθνική υπόθεση», κοκτέιλ με βάση τη βότκα όπως το Screwdriver και το Bloody Mary, «διέσχιζαν» τον Ατλαντικό και κατακτούσαν τους Ευρωπαίους. Πριν «εκπνεύσει» η δεκαετία του '40, η βότκα είχε γίνει μόδα. Μία μόδα που. αντίθετα απ' ότι συμβαίνει συνήθως, κατόρθωσε να επιβιώσει και να γίνει καθεστώς. Ο κόσμος αγάπησε το «καινούριο» ποτό, γιατί πίστεψε πως ήταν πιο υγιεινό και γιατί… έκανε ωραίο μεθύσι.

Ο Τζον Μάρτιν αποδείχτηκε πως τελικά είχε δίκιο. Η Εταιρεία Heublein έγινε γνωστή σε όλο τον κόσμο. Και η φίρμα Smirnoff σχεδόν συνώνυμη, την εποχή εκείνη, της βότκας. Η πρώτη χώρα που εξασφάλισε τα δικαιώματα της Smirnoff ήταν η Βρετανία. Η εταιρεία Gibley’s, η μεγαλύτερη εταιρεία παραγωγής τζιν, «είδε» τη βότκα σαν σοβαρότατη απειλή για τις πωλήσεις του τζιν, Αναλαμβάνοντας λοιπόν η Gibley’s την παραγωγή και διανομή της βότκας στη Μεγάλη Βρετανία, θα μπορούσε να πολεμήσει τον… εχθρό εκ των έσω. Πραγματικά η βότκα άργησε να «συγκινήσει» τους Βρετανούς και, πράγμα παράξενο, η μόδα ξεκίνησε από τη Σκοτία… κάνοντας τα κόκαλα των Χάιλαντερς να τρίζουν. Οι άνθρωποι της Gibley’s δεν ήταν βέβαια χαζοί. Όταν διαπίστωσαν ότι στα… λαρύγγια των Αγγλοσαξώνων υπήρχε θέση και για τη βότκα και για το τζιν (όση θέση βέβαια άφηνε το ουίσκι) άρχισαν τη διαφήμιση με αποτέλεσμα να επαναληφθεί και στην Ευρώπη η ιστορία της Αμερικής. Το να κατεβάζεις τουλάχιστον δυο – τρεις βότκες, σκέτες ή σε κοκτέιλ, κάθε βράδυ σε ένα μπαρ, έδειχνε πως τέλος πάντων δεν ήσουν και κανένα βλαχαδερό.

Αχ, και να μπορούσαν να έβλεπαν οι καλόγεροι εκείνου του μικρού μοναστηριού έξω από τη Μόσχα που πρώτοι έφτιαξαν το Zhizennia Voda, δηλαδή το «νερό της ζωής», πριν από 900 τόσα χρόνια, πόσοι τόνοι βότκα καταναλίσκονται σήμερα κάθε βράδυ στα μπαρ όλου του κόσμου.

 

Ουίσκι

Οι μέρες μπορεί να έρχονται και να παρέρχονται, τα γούστα μπορεί να αλλάζουν, αλλά το ουίσκι εξακολουθεί να είναι, εδώ και αρκετά χρόνια, το πρώτο σε κατανάλωση ποτό σε ολόκληρο τον κόσμο. Κάνεις δεν ξέρει ποιοι και πότε έφτιαξαν για πρώτη φορά ουίσκι. Ένα ωστόσο είναι σίγουρο αν και εθνικό ποτό των Σκοτσέζων, για πρώτη φορά «Είδε το φως» επί… Ιρλανδικού εδάφους. Από τα μοναστήρια της Ιρλανδίας ας μην ξεχνάμε ότι το Μεσαίωνα οι μονές ήταν και κάτι μεταξύ πανεπιστημίων και… κέντρων ερευνών της εποχής οι καλόγεροι το μετέφεραν στη Σκοτία. Στα 1495 πάντως έχουμε για πρώτη φορά σε επίσημα σκοτσέζικα ιστορικά χρονικά την αναφορά της λέξης ουίσκι, που προέρχεται από τις λέξης Usque Baugh, οι οποίες στη διάλεκτο των Χάιλαντς, μιας μεγάλης ορεινής περιοχής στη «καρδιά» της Σκοτίας σημαίνουν νερό της ζωής.

Ένα ποτό λοιπόν με αυτό το όνομα έφτιαξε εκείνη τη χρονιά κάποιος μοναχός με το όνομα Τζον Κορ για το γάμο του βασιλιά Τζέιμς του Δ'. Για πολλές δεκαετίες αργότερα, το ουίσκι ήταν ας πούμε, «σπιτικό ποτό που έφτιαχναν οι Σκοτσέζοι αγρότες τις χρόνιες που είχαν μεγάλη παραγωγή, άρα και περισσεύματα κριθαριού, μια και το κριθάρι ήταν το βασικό συστατικό τον ποτού. Σιγά – σιγά όμως ή παραγωγή γινόταν ολοένα μεγαλύτερη και πιο συστηματική και έτσι σε χρονικά του 1614 αναφέρονται κάποιες κυβερνητικές απόπειρες για να μπει στο ουίσκι κάτι σαν φόρος κατανάλωσης. Απόπειρες όμως που έμειναν απόπειρες, γιατί προσέκρουσαν στο επαναστατικό πνεύμα των Σκοτσέζων, που είχαν πάρει το ουίσκι σαν εθνική υπόθεση. Έτσι. μέχρι το 1820, ενώ δεν υπήρχε συγκεκριμένος νόμος που να απαγορεύει την παραγωγή και την πώληση ουίσκι, οι έμποροι του θεωρούνταν…σχεδόν λαθρέμποροι ή, πιο σωστά, «πειρατές». Βέβαια το ουίσκι εκείνης της εποχής πολύ μικρή σχέση έχει με αυτό που ξέρουμε και πίνουμε σήμερα. Ήταν ένα ποτό με βάση, όπως είπαμε, το κριθάρι, πολύ δυνατό, με ιδιαίτερα έντονη γεύση και μυρωδιά, που ο τρόπος απόσταξης του έμοιαζε πολύ με αυτόν του κρασιού. Στα 1830, ένας νέος τύπος αποστακτήρα τελειοποιήθηκε από τους Σκοτσέζους. Αυτός έδωσε τη δυνατότητα παραγωγής ενός νέου τύπου ουίσκι, με βάση όχι πια το κριθάρι, αλλά τους κόκκους του σταριού. Το «καινούριο» αυτό ουίσκι ήταν πιο ελαφρύ και σε γεύση και σε μυρωδιά. Για αρκετά χρόνια υπήρξε μια εμπορική μάχη μεταξύ του «κρίθινου» και του «σταρένιου» ουίσκι. Βέβαια, αν υπήρχαν τότε τα διαφημιστικά μέσα που υπάρχουν σήμερα, ίσως, κάποιος από τους δυο τύπους να είχε τελικά επικρατήσει. Εκείνη την εποχή όμως οι Σκοτσέζοι αλλά και οι Άγγλοι που είχαν γνωρίσει πια το ποτό δεν αποφάσιζαν ποιο από τα δύο ουίσκι τους άρεσε τελικά περισσότερο. Την απάντηση στο δίλημμα, τόσο απλή όσο και το αυγό του Κολόμβου, την έδωσε ένας έξυπνος ποτοπαραγωγός. Αφού οι καταναλωτές δεν αποφάσιζαν «ποιο από τα δύο», σίγουρα θα ενθουσιάζονταν από ένα καινούριο ουίσκι που θα ήταν «και τα δύο». Έτσι έγινε το «ανάμεικτο» ουίσκι, αυτό που ξέρουμε σανBlended, Τώρα λοιπόν ξέρετε τι σημαίνει αυτή η ένδειξη επάνω στο μπουκάλι. Και θα πρέπει επίσης να ξέρετε ότι υπάρχουν Blended φτιαγμένα από 60 διαφορετικά είδη ουίσκι. Αν είσαστε από αυτούς που αναζητούν την ημερομηνία παραγωγής επάνω στο μπουκάλι, θα πρέπει ακόμη να έχετε υπόψη σας ότι αναγράφεται πάπα η ημερομηνία παραγωγής του νεότερου από τα ουίσκι που υπάρχουν στο «χαρμάνι». Και αυτό είναι συνήθως το «κρίθινο» ουίσκι, μια και το «σταρένιο» θα πρέπει να μείνει τουλάχιστον τρία χρόνια πριν να αναμειχθεί.

Γιατί τώρα λέμε ότι το Σκοτσέζικο ουίσκι είναι το καλύτερο; Βέβαια λόγω παράδοσης, αλλά όχι μόνο γι' αυτό. Το νερό που περιέχει το ουίσκι μπορεί να επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό την ποιότητα του. Τα αποστακτήρια στη Σκοτία βρίσκονται πάντα κοντά σε φυσικές πήγες. Και το νερό των πηγών των Χάιλαντς θεωρείται από τα καλύτερα τον κόσμου. Επίσης, όσοι πιστεύουν ότι ο καλύτερος και ο παραδοσιακός τρόπος για να απολαύσεις το ουίσκι σου είναι να το πιεις σκέτο, θα πρέπει να… βάλουν λίγο νερό στο κρασί τους. Ή μάλλον, για να ακριβολογούμε, λίγη λεμονάδα στο ουίσκι τους. Γιατί οι Σκοτσέζοι που ακολουθούν κατά γράμμα την παράδοση, πίνουν το εθνικό τους ποτό αναμειγμένο με ίση ποσότητα φρέσκο χυμό λεμονιού. Τέλος, θα πρέπει να πούμε ότι εκτός από το Σκοτσέζικο ουίσκι (και όταν λέμε Σκοτσέζικο ουίσκι δεν αναφερόμαστε στη χώρα παραγωγής αλλά στο είδος, μια και ουίσκι φτιάχνουν πια και στην Κίνα) υπάρχουν και άλλοι τύποι με μικρότερες ή μεγαλύτερες διάφορες στη γεύση. Είναι το αμερικανικό ουίσκι, γνωστό σαν Bourbon και περιέχει μόνο

20% πραγματικό ουίσκι, ενώ το υπόλοιπο είναι σπίρτο, το Καναδέζικο ουίσκι, το Ιρλανδέζικο και το ουίσκι της Ουαλίας.

Ρούμι λευκό ή μαύρο

 

Κατ' αρχήν θα πρέπει να πούμε ότι υπάρχουν δύο είδη ρούμι, το άσπρο και το σκούρο, που ελάχιστη σχέση έχουν μεταξύ τους και στη γεύση και στην περιεκτικότητα σε οινόπνευμα. Οι Άγγλοι πάντως που έχουν μια πλήρη νομοθεσία όσον αφορά τα ποτά και το δικαίωμα χρήσης των διαφόρων ονομάτων τους λένε επίσημα τουλάχιστον ρούμι όποιο οινοπνευματώδες ποτό γίνεται από ζαχαροκάλαμο. Σε χώρες οι οποίες έχουν μεγάλη παραγωγή αυτού του φυτού, η Αγγλία, για παράδειγμα, είναι μια χώρα που παράγει πολλή ζάχαρη από ζαχαρότευτλα, αλλά ούτε αυτή η ζάχαρη ούτε η εισαγόμενη μελάσα μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν βάση για την απόσταξη και την παρασκευή του ποτού. Το λευκό ρούμι είναι μάλλον ελαφρύ και παράγεται σε μεγάλες ποσότητες στις Δυτικές Ινδίες, στα νησιά της Καραϊβικής και σε πολλές χώρες της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής, όπως το Πουέρτο Ρίκο, η Κούβα, η Γουιάνα, η Τζαμάικα και άλλες. Το σκούρο ρούμι μπορεί να έχει χρώμα από ανοιχτό χρυσαφί μέχρι βαθύ κόκκινο, πολύ έντονη πικάντικη γεύση και είναι οπωσδήποτε πιο βαρύ από το λευκό. Ήταν το αγαπημένο ποτό το σήμα κατατεθέν θα λέγαμε, των ναυτών και των αξιωματικών του Βασιλικού Αγγλικού Ναυτικού, γι' αυτό και πολλοί το λέγανε και «Αίμα του Νέλσονα». Ακόμη και σήμερα είναι ένα ποτό που καταναλώνεται σε μεγάλες ποσότητες κυρίως στα λιμάνια. Η προέλευση της λέξης ρούμι δεν έχει εξακριβωθεί Άλλοι λένε ότι προέρχεται από την ισπανική λέξη ron μια και σε Ισπανικές αποικίες παρασκευάστηκε για πρώτη φορά ρούμι. Άλλοι πιστεύουν ότι προήλθε από τη λατινική λέξη Saccaharum που σημαίνει φυσικά ζάχαρη, επειδή η περιεκτικότητα του ποτού σε ζάχαρη είναι πολύ μεγάλη. Τέλος, μπορεί να προέρχεται και από την αγγλική λέξηRumbustion που σημαίνει δυνατός θόρυβος και που τη χρησιμοποιούν όταν θέλουν να πουν ότι ένα ποτό είναι πολύ δυνατό.

Ακόμη και μέχρι πριν από μερικά χρόνια μόνο οι Μεξικανοί, και ίσως και κάποιοι «προχωρημένοι» Αμερικανοί, ήξεραν την τεκίλα το εθνικό ποτό του Μεξικού. Ο τρόπος που το έπιναν οι ντόπιοι – σκέτο μαζί με λίγο αλάτι και μερικές σταγόνες χυμό λεμονιού που έβαζαν στο επάνω μέρος της παλάμης τους διασκέδαζε τους τουρίστες που όμως πίστευαν ότι είναι ποτό για πολύ δυνατούς ποτές, γι' αυτό και δεν τολμούσαν να το πιουν στην πατρίδα τους. Στη δεκαετία του '50. κάποιος μπάρμαν του Λος Άντζελες έφτιαξε τη Μαργαρίτα, ένα κοκτέιλ που είχε βάση την τεκίλα. Έτσι. σιγά – σιγά το ποτό αυτό με τη γεύση του καθαρού οινοπνεύματος, άρχισε να γίνεται γνωστό και… εκτός συνόρων. Η τεκίλα πήρε το όνομα της από έναν Ισπανικό οικισμό του Μεξικού, όπου υπήρχε ένα παλιό αποστακτήριο. Εκεί. έφτιαχναν ποτό από έναν κάκτο που φυτρώνει στην περιοχή και που λέγεται και αυτός τεκίλα. Οι ντόπιοι μάλιστα συνηθίζουν μέχρι σήμερα να κόβουν τους καρπούς αυτού του κάκτου, να τους βράζουν και να πίνουν το ζουμί τους σαν φάρμακο.

Τζιν

 

Πού να ήξεραν οι φοιτητές του Πανεπιστημίου του Λέιμπεν της Ολλανδίας, όταν στα μέσα του 16ου αιώνα πειραματίζονταν για την ανακάλυψη νέων φαρμάκων, ότι τελικά δεν θα κατάφερναν να ανακουφίσουν τους ανθρώπους στις ώρες του πόνου τους, αλλά θα τους χάριζαν ένα «δυνατό» ποτό για τις στιγμές της ευφορίας τους. Γιατί το τζιν, όπως και πολλά άλλα αλκοολούχα ποτά στην αρχή το χρησιμοποιούσαν σαν φάρμακο και το πουλούσαν με το… σταγονόμετρο. Ένας έμπορος ποτών από το Σίενταμ (σήμερα είναι μια συνοικία στα περίχωρα του Ρότερνταμ) που η… ιστορία δεν ήταν και τόσο καλή μαζί του μια και το όνομα του δεν ξεπέρασε ποτέ τα σύνορα του μικρού χωριού του, ήταν αυτός, που πρώτος είχε τη φαεινή ιδέα στα 1575, να πουλήσει αυτό το αψύ φάρμακο σαν ποτό. Τώρα, πώς από το μαγαζάκι του ανώνυμου Ολλανδού το τζιν έφτασε στα λιμάνια της Αγγλίας, μόνο οι Βρετανοί αξιωματικοί και έμποροι που γύριζαν εκείνα τα χρόνια από την Ολλανδία στην πατρίδα τους ξέρουν μια και αυτοί θεωρούνται υπεύθυνοι για τη (λαθραία εκείνη την εποχή) μεταφορά του. Από κει, ο δρόμος για τις μεγάλες πόλεις δεν είναι ούτε μακρύς ούτε δύσκολος. Και έτσι, έναν αιώνα μετά τη «γέννηση» του στα εργαστήρια του Πανεπιστημίου του Λέιμπεν, το τζιν παράγεται σε μεγάλες ποσότητες στα ποτοποιεία του Λονδίνου, του Πλύμουθ και του Μπρίστολ.

Το 1688 όμως, θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι η… πιο σημαντική χρονιά στην ιστορία του τζιν. Μια από τις πρώτες πράξεις του βασιλιά Γουλιέλμου και της βασίλισσας Μαίρης, όταν ανέβηκαν στο θρόνο εκείνο το χρόνο, ήταν να απαγορεύσουν δια νόμου το Γαλλικό μπράντι και να ενθαρρύνουν την απόσταξη ποτών στην Αγγλία. Αλλά για έναν αιώνα ακόμη το τζιν θα ήταν το ποτό των κατώτερων κοινωνικών Αγγλικών τάξεων. Πράγμα παράξενο για την πουριτανική Αγγλία εκείνης της εποχής, το τζιν έγινε το αγαπημένο ποτό των γυναικών και οι γυναίκες ήταν που το εισήγαγαν στην υψηλή κοινωνία. Κάπως έτσι το τζιν έγινε το δεύτερο, μετά το ουίσκι, εθνικό ποτό των Άγγλων και ένα από τα πιο διαδεδομένα σε ολόκληρο τον κόσμο. Προτοξαδερφάκι της βότκας (είναι τα δύο βασικά άσπρα αλκοολούχα ποτά), το τζιν θεωρείται… ελιξίριο νεότητας. Το άρωμα του το οφείλει στον άρκευθο, ένα πανάρχαιο φυτό που η λατινική του ονομασία είναι Juniperus. Οι Λατινομαθείς ας αναλύσουν τη λέξη για να δουν ότι σημαίνει αυτό που δίνει νεότητα και τελικά αυτό που έδωσε και το όνομα στο ποτό. Άλλα συστατικά του τζιν είναι επίσης ο κορίανδρος, η ρίζα του φυτού Iris Florentina, η αγγελική και τα φύλλα σένας. Υπάρχουν διάφοροι τρόποι παρασκευής και απόσταξης του τζιν που φυσικά ελάχιστα ενδιαφέρουν τους ανίδεους περί τη χημεία των ποτών καταναλωτές. Αυτοί όμως που δεν επιτρέπουν στον εαυτό τους τις… «μπόμπες» και θέλουν να ξέρουν τι πίνουν, θα πρέπει να γνωρίζουν τι σημαίνει το London Dry Type που φιγουράρει στα περισσότερα μπουκάλια. Πριν από εκατό χρόνια, λοιπόν, υπήρχαν πολλοί τύποι τζιν, οι περισσότεροι με δυνατά αρώματα και όλοι σχεδόν με αρκετή ζάχαρη. Κάποιοι Λονδρέζοι ποτοπαραγωγοί όμως «έριξαν» στην αγορά και ένα είδος τζιν χωρίς άρωμα και χωρίς ζάχαρη. Όταν λίγα χρόνια αργότερα ενέσκηψε σαν σίφουνας η μόδα των κοκτέιλ, το τζιν αυτό θεωρήθηκε η καλύτερη βάση και εξετόπισε σιγά – σίγα όλα τα άλλα είδη. Ο όρος London Dry 

αντικατέστησε το «χωρίς ζάχαρη» που έγραφαν τα μπουκάλια κι έτσι σήμερα πια υποδηλώνει τον τύπο του τζιν και όχι τη χώρα προέλευσης του.

 

Βερμούτ

Αν και στις μέρες μας πια υπάρχουν μονάδες παραγωγής βερμούτ σε ολόκληρο τον κόσμο, το ποτό αυτό είναι συνδεδεμένο ιστορικά με δύο χώρες την Ιταλία και τη Γαλλία. Κάποτε μάλιστα το κόκκινο βερμούτ, το Vermouth Rosso δηλαδή, το έλεγαν απλώς «Ιταλικο», και το ξηρό βερμούτ, δηλαδή το Vermouth Dry «Γαλλικό».

Το κόκκινο βερμούτ με τη χαρακτηριστική γλυκόπικρη γεύση που ξέρουμε σήμερα, μοιάζει πολύ με το ποτό που μ' αυτό το όνομα εμφανίστηκε στην αγορά γύρω στα 1780. Βέβαια τότε ο κόσμος γνώρισε για πρώτη φορά το βερμούτ σαν ποτό. Γιατί βερμούτ υπήρχε και πριν. Ήταν συμπυκνωμένο και παχύρρευστο σαν σιρόπι και το προσέθεταν στο κρασί τους, σε ποσότητα ανάλογη με τα γούστα τους, για να του δώσουν πιο έντονη γεύση. Αν όμως η ιστορία του βερμούτ αρχίζει το 18ο αιώνα, υπάρχει και μια πολύ μεγάλη προϊστορία. Για να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Θα πρέπει να πάμε πίσω, στην Αρχαιότητα

Οι αρχαίοι ημών πρόγονοι, λοιπόν, ήξεραν πολύ καλά τις σπουδαίες φαρμακευτικές ιδιότητες του φυτού αψιθιά. Η σημαντικότερη απ' αυτές ήταν το ότι κατέστρεφε τα παράσιτα που αναπτύσσονται στα έντερα. Κι εκείνες τις μακρινές εποχές, που τα τρόφιμα δεν διατηρούνταν πάντα σύμφωνα με τους κανόνες της υγιεινής, ούτε μπορούμε να μιλήσουμε με απόλυτη σιγουριά περί καθαριότητας, οι εντερικές επιδημίες ήταν και πολύ συχνές και με πολλά θύματα. Οι Αρχαίοι Ρωμαίοι ήταν οι πρώτοι που χρησιμοποίησαν εκχυλίσματα αψιθιάς, όχι μόνο σαν φάρμακο αλλά και σαν αρωματική ουσία που προσέθεταν στο κρασί τους. Παρ' όλο όμως που και τα μετέπειτα χρόνια η αψιθιά ήταν από τα πιο γνωστά βότανα – φάρμακα, η χρήση της στην ποτοποιία γινόταν μόνο περιστασιακά. Ένας Ιταλός τυχοδιώκτης, όπως τον θέλει η παράδοση, ήταν ο πρώτος που το 16ο αιώνα έφτιαξε κρασί με βασικό συστατικό τα εκχυλίσματα αυτού του φυτού και του έδωσε το όνομα Vermoutwein δηλαδή κρασί από Vermout, όπως λεγόταν στη διαλεκτό του η αψιθιά, κατ' αρχήν λάνσαρε το ποτό στη Γαλλία, χωρίς όμως επιτυχία. Στην πατρίδα του όμως, το Πιεμόντε της Βόρειας Ιταλίας, το βερμούτ, που όπως είπαμε στην αρχή κυκλοφόρησε σαν εκχύλισμα, είχε πολύ μεγάλη επιτυχία. Ίσως γιατί η γεύση του και το άρωμα του εμπλουτίστηκε από διάφορα άλλα αρωματικά χόρτα που φυτρώνουν άφθονα στην περιοχή. Μέχρι το τέλος του 16ου αιώνα, το βερμούτ είχε γίνει

το εθνικό ποτό της Βόρειας Ιταλίας και όχι μόνο για τη γεύση του αλλά και για τις φαρμακευτικές του ιδιότητες. Το 1840 μάλιστα εξεδόθηκε βασιλική διακήρυξη, η οποία προστάτευε τους εμπόρους κρασιών της Βόρειας Ιταλίας από όσους τους πουλούσαν «δήθεν» βερμούτ. Η βάση του κόκκινου βερμούτ είναι ένα ελαφρύ άσπρο κρασί. Σ' αυτό προστίθενται αποστάγματα από διάφορα αρωματικά βότανα μερικές φορές περισσότερα από 50 που διαφέρουν από φίρμα σε φίρμα. Επίσης, το κόκκινο βερμούτ περιέχει ζάχαρη χαι φυτικές χρωστικές ουσίες. Το ξηρό (Dry) βερμούτ εκτός του ότι είναι κι αυτό ένα «ενισχυμένο» κρασί, αρωματισμένο με βότανα, ελάχιστη σχέση έχει με το κόκκινο βερμούτ. Είναι εντελώς άγλυκο και πολύ πιο ελαφρύ. Εμφανίστηκε για πρώτη φορά στις αρχές του 19ου αιώνα. Συγκεκριμένα το 1813 ένα ποτοποιείο της Μασσαλίας κυκλοφόρησε για πρώτη φορά ξηρό βερμούτ. Ακόμη και σήμερα, το αυθεντικό και το καλύτερο βερμούτ θεωρείται αυτό που έχει σαν βάση το δυνατό κρασί που παράγεται στη γύρω από τη Γαλλική πόλη περιοχή. Εκτός από το Rosso και τοDry υπάρχουν και άλλα είδη βερμούτ. Τα γνωστότερα από αυτά είναι το άσπρο, το ροζέ και το Chambery

, ένα είδος βερμούτ που παράγεται στη Σαβοΐα της Γαλλίας.

 

Μπράντι

Με τη λέξη μπράντι, σύμφωνα με τον αγγλικό νόμο, μπορεί κανείς να αναφερθεί σε αποστάγματα 100% από σταφύλια που έχουν ωριμάσει για τρία χρόνια τουλάχιστον. Οι Άγγλοι όμως είναι μάλλον άδικοι σ' αυτό το θέμα γιατί, σύμφωνα με το νόμο τους, μπράντι είναι και το πιο φίνο και παλιό κονιάκ, μπράντι είναι και το τελευταίο και πιο «φτωχό» απόσταγμα των σταφυλιών, φτάνει να μείνει σε ένα βαρέλι για τρία χρόνια. Αντιπαρερχόμαστε την αδικία, μια και τι σημασία μπορεί να έχει μια λέξη μπροστά στη «γεμάτη» γεύση ενός εκλεχτού σπάνιου κονιάκ, και συνεχίζουμε. Διάφορα είδη μπράντι παράγονται σήμερα σε όλες τις οινοπαραγωγές χώρες. Για παράδειγμα, παρ' όλο που οι περισσότεροι επιμένουν να συνδέουν με αυτό το ποτό τη Γαλλία, στην Καλιφόρνια παράγονται πολύ μεγαλύτερες ποσότητες μπράντι. Για όσους θέλουν να ξέρουν την προέλευση των λέξεων και των ονομάτων, θα πρέπει να πούμε ότι η λέξη μπράντι προέρχεται από το Γερμανικό Brandewei

 που σημαίνει «καμένο», δηλαδή αποσταγμένο κρασί. Όπως είπαμε υπάρχουν πολλά είδη μπράντι. Το κονιάκ είναι ένα το καλύτερο από αυτά, αλλά όχι όπως νομίζουν οι περισσότεροι, η Γαλλική λέξη για το μπράντι. Επίσης, λάθος είναι να λέμε «Γαλλικό κονιάκ», γιατί στην πραγματικότητα το κονιάκ μόνο Γαλλικό μπορεί να είναι. Αν θέλουμε λοιπόν να ακολουθήσουμε πιοτά και αυστηρά την παράδοση, κονιάκ θα ονομάσουμε μόνο ένα είδος μπράντι που παράγεται από ορισμένες ποικιλίες σταφυλιών, οι οποίες ευδοκιμούν σε μία συγκεκριμένη περιοχή και του οποίου η απόσταξη και η παρασκευή γίνεται με έναν ειδικό και αρκετά περίπλοκο τρόπο. Η περιοχή αυτή βρίσκεται στη Νοτιοδυτική Γαλλία, κοντά στο Μπορντώ και για τρεις περίπου αιώνες ήταν αγγλική επικράτεια, μια και αποτελούσε μέρος της προίκας της πριγκίπισσας Ελεονόρας, όταν στα 1152 παντρεύτηκε τον Ερρίκο το Β'. Έτσι το κονιάκ ήταν μεν Γαλλικής παραγωγής, αλλά το εκμεταλλεύονταν εμπορικά οι Άγγλοι. Ο πρώτος μάλιστα που στα 1765 συστηματικά εμφιάλωσε κονιάκ και έκανε εξαγωγές και σε άλλες χώρες, ήταν ο Ιρλανδός Ρίτσαρντ Χένεσι. Βέβαια, στις μέρες μας πια κονιάκ λέμε οποιοδήποτε καλό μπράντι. Και θα πρέπει οπωσδήποτε να αναφέρουμε εδώ ότι σε όλο τον κόσμο η Ελλάδα θεωρείται μια χώρα που παράγει εξαιρετικής ποιότητας μπράντι.

 

Ζύθος

Η όψη της μπίρας μας αφήνει να μαντέψουμε το στυλ της. Μία χρυσαφένια λαμπερή όψη σημαίνει γενικά ότι τα αρώματα κινούνται κοντά οίον λυκίσκο και τη βύνη, ενώ ένα σκούρο καφέ χρώμα σημαίνει σίγουρα ότι θα μυρίσουμε καφέ. Αν πάλι σερβίροντας την μπίρα δούμε τον αφρό της να φουσκώνει ορμητικά ξεπερνώντας τα συνηθισμένα επίπεδα, τότε είναι σίγουρο ότι για την παρασκευή της χρησιμοποιείται η τεχνική της δευτερογενούς ζύμωσης στη φιάλη, που μοιάζει πολύ με τη μέθοδο παρασκευής της σαμπάνιας.

Και μετά, ακολουθεί η χαρά του μυρίζειν και του γεύεσθαι. Μία Heineken, θα μας φέρει πιο κοντά στον ορισμό της μπίρας με αρώματα μαγιάς και φρεσκοκομμένου γρασιδιού (λυκίσκος). Καθώς η Erdinger ανοίγεται στις ευωδιές των λευκών φρούτων (ροδάκινο), ηDuvel μας θυμίζει ευγενή καπνό, ενώ η Fischer με τη γοητευτική ορεκτική πικράδα της, μας δημιουργεί την ανάγκη να την αναζητάμε συνέχεια. Η «μύτη» μιας McFarland είναι γεμάτη κόκκινα φρούτα ενώ νιώθουμε το άρωμα του espresso να  γαργαλάει τη μύτη μας απολαμβάνοντας μία Murphy’s stout. Τέλος, μία αυθεντική μοναστηριακή Chimayblue θα μας φέρει κοντά στη σοκολάτα και στο κρασί Port.

Σε νευσιγνωστικά happening  χαρήκαμε ονειρεμένες αρμονίες με τη φρουτώδη σιταρένιαErdinger  να υπογραμμίζει ιη γεύση γλάσσου από φράουλα και μπίρα που περιχύνεται πάνω σε μία τερίνα foie gras σκεπασμένη με σπαράγγια και σερβιρισμένη με ζεστό ψωμί μπαχαρικών και μαύρο ηφαιστειακό αλάτι Χαβάης… ή την ελαφριά πικράδα τηςFischer να συνοδεύει μία σφυρίδα τυλιγμένη σε λάχανο σαβόυ, με μία «ξινούτσικη» σάλτσα από τάμαριντ, λουίζα και παρθένο ελαιόλαδο. Η σοκολατένια Amstel  ΒοcΚ εξιδανικεύει φακές με μεταξωτό dressing μελιού και μουστάρδας, ενώ ο κεραυνοβόλος έρωτας της McFarland για τα εξωτικά φαγητά επιβεβαιώνεται πίνοντας τη δίπλα σε αρνί με κάρυ, ανανά και γάλα καρύδας. Τέλος, ο συνδυασμός της μοναστηριακής Chimayblue με σοκολατένιο σουφλέ θα μας απογειώσει…

Η γευσιγνωσία της μπίρας αποκαλύπτει διαμάντια ας τα γευτούμε……..    

 

Η ιστορία του ούζου 

Το ούζο ήταν γνωστό από την εποχή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η παραγωγή του, όμως, εξαπλώθηκε μετά την ανεξαρτησία της χώρας από τους Οθωμανούς. Είναι μίγμα αιθυλικής αλκοόλης, νερού και αρωματικών βοτάνων, όπως ο γλυκάνισου. Η ονομασία «ούζο» από το 1989 είναι κατοχυρωμένη ως ελληνική και οι πιο γνωστές περιοχές που έχουν μακροχρόνια παράδοση στην παρασκευή του ούζου είναι η Λέσβος – ιδιαιτέρα το Πλωμάρι, η Χίος και ο Τίρναβος.

Υ.Γ.

Με το Ούζο μπορούμε να σβήσουμε φαγητά με θαλασσινά, ριζότο.

Μαζί με τα παγάκια στο ποτήρι σας βάλατε λίγες σταγόνες λεμόνι σας δίνει γεύση δροσιάς.

 

Ποιοι είναι οι κανόνες για να απολαύσουμε το Ποτό μας και τον τρόπο

 

Ας διαλέξουμε την ώρα και τον τρόπο 

Αν προτιμάτε το λευκό κρασί, διαλέξτε ένα κολονάτο ποτήρι με μικρό άνοιγμα. Αν όμως σας αρέσουν οι πικάντικες γεύσεις, συνοδέψτε τις με κόκκινο κρασί και διαλέξτε αυτή τη φορά ένα ποτήρι με μεγάλο άνοιγμα. Υπάρχουν όμως και το ουίσκι, η βότκα, το τζιν, τα λικέρ.

Έχουν κι αυτά τις ώρες τους.. η απόλαυση τον κρασιού διέπεται από μια ολόκληρη τελετουργία, που ξεκινάει από τον τρόπο φύλαξης και συντήρησης τον μέχρι τη στιγμή που, σερβιρισμένο, θα φτάσει στο στόμα μας. «Τα μπουκάλια τον κρασιού», συμβουλεύει ο χημικός και ειδικός οινολόγος πρέπει να διατηρούνται σε κάποιο μέρος σκιερό, δροσερό και, κατά προτίμηση, λίγο υγρό. Το ιδανικό είναι κάποιο υπόγειο ή μια κάβα στο σπίτι. θα πρέπει να προσέξουμε, όμως, να μην υπάρχουν σωλήνες του καλοριφέρ. Τα μπουκάλια πρέπει να είναι πάντα πλαγιασμένα για να

βρέχεται ο φελλός και να διατηρεί την υγρασία του. Όταν δεν βρέχεται ο φελλός, ξεραίνεται, και από τους πόρους του περνάει αέρας που θα μας χαλάσει το κρασί. Πρέπει να ξέρουμε ότι ο αέρας είναι εχθρός τον κρασιού. Όσο χρειάζεται για να γίνει η ζύμωση τόσο η απουσία τον είναι απαραίτητη

για να διατηρηθεί το κρασί όσο θέλουμε, μέχρι να το καταναλώσουμε. Ένας ακόμα μεγάλος εχθρός του κρασιού είναι η έκθεση του στο ηλιακό φως. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τα κόκκινα κρασιά, που μπορεί να χάσουν το χρώμα τους.

Επόμενο βήμα για την απόλαυση τον κρασιού είναι το μεγάλο κεφάλαιο τον σερβιρίσματος του. Κεφάλαιο που περιλαμβάνει τόσο τη θερμοκρασία όσο και τους τύπους ποτηριών και τα φαγητά που συνοδεύει. Κανένα κρασί δεν πίνεται παγωμένο, γιατί δεν απελευθερώνει το άρωμα, το

μπουκέ και τις γεύσεις του. Έτσι χάνουμε ένα μεγάλο ποσοστό από τη γεύση του κρασιού.

Το λευκό κρασί πίνεται δροσερό. Όταν λέμε δροσερό, εννοούμε σε θερμοκρασία πάνω από 13 βαθμούς. Το ίδιο συμβαίνει με το ροζέ.

Το κόκκινο κρασί, επειδή είναι πλούσιο σε οργανοληπτικά χαρακτηριστικά, πρέπει να πίνεται σε θερμοκρασία δωματίου. Για το κόκκινο κρασί η διαδικασία του σερβιρίσματος δε σταματά εδώ. Ένα μπουκάλι με κόκκινο κρασί δεν πρέπει να το ανοίγουμε τη στιγμή που θα το πιούμε. Πρέπει να ανοιχτεί τουλάχιστον μία ώρα πριν και να αφεθεί ανοιχτό στο δωμάτιο, ώστε να πάρει τη θερμοκρασία τον περιβάλλοντος και να αρχίσει να απελευθερώνει τα συστατικά του. Χρειάζεται πλέον την παρουσία του αέρα. Ένα μπουκάλι κρασί από τη στιγμή που θα ανοιχτεί, πρέπει να καταναλωθεί. Δεν χαλάει, μπορούμε να το πιούμε και την επόμενη, την τρίτη ή τη δέκατη μέρα, όμως παύει να είναι το κρασί που ήπιαμε την πρώτη μέρα. Η επαφή του με τον αέρα το αλλοιώνει. Κάθε τύπος κρασιού απαιτεί διαφορετικό ποτήρι. Το άσπρο σερβίρεται σε μεγάλα ποτήρια, που έχουν το σχήμα τουλίπας. Το ίδιο ισχύει και για το ροζέ. Αυτό συμβαίνει, γιατί το άρωμα του άσπρου κρασιού είναι πολύ λεπτό, λίγο θα έλεγα, και προσπαθούμε με το στενό άνοιγμα του ποτηριού να το συγκρατήσουμε. Αντίθετα, το κόκκινο κρασί χρειάζεται ποτήρια με μεγάλο άνοιγμα. Έτσι, απελευθερώνεται το πλεονάζον άρωμα του και, πίνοντας το, απολαμβάνουμε την κανονική ποσότητα. Παράλληλα, η περιεκτικότητα των ποτηριών που σερβίρουμε το κόκκινο κρασί είναι μικρότερη. Ιδανικά ποτήρια για το κρασί είναι αυτά που έχουν πόδι. Το μεν ποτήρι με το άσπρο κρασί το κρατάμε από το πόδι και έτσι δεν το ζεσταίνουμε με το χέρι μας, ενώ στο κόκκινο μπορούμε, αν θέλουμε, να απελευθερώσουμε περισσότερο το μπουκέ και το άρωμα, να το ζεστάνουμε με το χέρι μας. Το άσπρο κρασί, επειδή είναι «λεπτό» δεν «αντέχει» σε συνδυασμούς φαγητών με έντονη γεύση. Συνοδεύει αρμονικά το ψάρι, το κοτόπουλο, τα λευκά μαλακά τυριά, τις σαλάτες και γενικά την ελαφριά κουζίνα. Είναι επίσης ιδανικό και σαν απεριτίφ.

Το κόκκινο προτείνεται για το κύριο πιάτο ενός φαγητού. Συνοδεύει το κρέας, το κυνήγι, τα αλλαντικά, τα τυριά. Δεν υπάρχει πρόβλημα προσαρμογής του με το άσπρο κρασί, το διαδέχεται φυσιολογικά.


Η τέχνη του κοκτέιλ

 

Άραγε είναι αρκετή η Λικνιστική κίνηση του σέικερ ανάμεσα στα χέρια μας ή απαιτείται κάτι παραπάνω για να φτιάξουμε ένα καλό κοκτέιλ και πρώτα – πρώτα χρειάζεται μεράκι και ταλέντο για να γίνουν αρμονικές προσμείξεις, όπως άλλωστε μας διαβεβαιώνει και ο Μπορίς Βιάν με το «πιανοκοκτέιλ» του. Κατά τ' άλλα… όλη η τέχνη των κοκτέιλ βρίσκεται στο συνδυασμό, στο «πάντρεμα» δύο ή περισσοτέρων καλών ποτών για να μας δώσουν… ένα καλύτερο. Γι' αυτό το σκοπό υπάρχουν ειδικά σκεύη, ένα σκεπτικό και αυστηροί κανόνες που οφείλει κανείς να τους σεβαστεί… Για να αποφύγετε ατυχείς αναμείξεις πρέπει να 'χετε υπόψη σας ότι:

 

Δεν αναμειγνύουμε βασικά ποτά

όπως: ουίσκι, τζιν, βότκα με κονιάκ και αρμανιάκ.

 

Δεν αναμειγνύουμε αλκοολούχα

ίδιας φύσης, όπως: ουίσκι με τζιν, ουίσκι με βότκα κ.λπ. Κάθε κοκτέιλ αποτελείται από ένα ή περισσότερα βασικά στοιχεία, που συνθέτουν και το κύριο σώμα του μείγματος, και ένα ή περισσότερα βοηθητικά που αλλάζουν τη γεύση και το χρώμα. Ένα κοκτέιλ μπορεί να ετοιμαστεί με τέσσερις τρόπους. Κατευθείαν στο ποτήρι του κοκτέιλ, μέσα σε ειδικό ποτήρι ανακατέματος, σε σέικερ ή σε μίξερ. Ο πιο γρήγορος και απλός τρόπος είναι ο πρώτος.

Για ν' αποκτήσετε ένα ομοιογενές μείγμα, θα χρησιμοποιήσετε ένα κουτάλι ή αναδευτήρα.

Με το δεύτερο τρόπο,

 ρίχνετε στο ποτήρι ανακατέματος μερικά παγάκια. Στη συνέχεια τα υλικά και ανακατεύετε με το κουτάλι, Σκοπός του ποτηριού είναι να δροσιστούν τα υλικά ενώ

αναμειγνύονται. Γι' αυτό, το ανακάτεμα πρέπει να γίνει πολύ γρήγορα, ώστε να μη λιώσουν τα

παγάκια και αραιώσει το μείγμα, Στο σέικερ, βάζετε παγάκια και τα απαραίτητα υλικά και χτυπάτε για 10 δευτερόλεπτα περίπου, μέχρι να αναμειχθούν ομοιόμορφα. Προσέξτε τη σαμπάνια. Όπως όλα τα ανθρακούχα ποτά δεν μπαίνει ποτέ σε σέικερ ούτε σε μίξερ. Για να μην καταστραφούν οι φυσαλίδες, σερβίρουμε κατευθείαν στο ποτήρι.


Λευκό κρασί

Πίνεται πάντα δροσερό.

Είναι συνήθως πιο ελαφρά από τα κόκκινα κρασιά γι' αυτό και πίνονται πιο ευχάριστα το καλοκαίρι. Σε ένα τραπέζι συνοδεύουν το ψάρι, τα θαλασσινά και γενικά το «πρώτο πιάτο». Σερβίρονται δροσερά, σε θερμοκρασία 10° περίπου και στο μικρότερο από τα δύο ποτήρια του κρασιού. Για να μη ζεσταθεί το άσπρο κρασί δεν πρέπει να πιάνουμε το ποτήρι, καθώς πίνουμε, από το κυρίως μέρος του, αλλά από το πόδι. Και κάτι που πρέπει να ξέρετε γενικά για τα κρασιά: όταν τα ανοίγετε, δεν πρέπει να τρυπάτε με το ανοιχτήρι απ' άκρη σ' άκρη το φελλό, για να μην πέσουν κομματάκια μέσα στο μπουκάλι.


Κόκκινα κρασιά

σε θερμοκρασία δωματίου